Σε φάση επανεκκίνησης εισέρχεται τον Μάρτιο το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ III, παρέχοντας εκ νέου πρόσβαση σε χρηματοδότηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω της Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Το χρηματοδοτικό εργαλείο προβλέπει επιδότηση επιτοκίων και παροχή εγγυήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα, με στόχο τη διευκόλυνση της χορήγησης επενδυτικών δανείων και κεφαλαίων κίνησης.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία αξιολόγησης pillar assessment, η οποία, εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς εντός του καλοκαιριού, θα επιτρέψει στην ΕΑΤ να διαχειρίζεται απευθείας ευρωπαϊκούς πόρους. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταφορά αδιάθετων πόρων ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, οι οποίοι εκτιμάται ότι δεν θα συμβασιοποιηθούν έως τη λήξη της σχετικής προθεσμίας τον Αύγουστο. Αντίστοιχη πιστοποίηση έχουν ήδη λάβει αναπτυξιακές τράπεζες σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Όπως έχει επισημανθεί από τη διοίκηση της ΕΑΤ, η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας θα καταστήσει την τράπεζα τον πρώτο ελληνικό οργανισμό με αυτή την ιδιότητα.
Η επανεκκίνηση του ΤΕΠΙΧ III συνοδεύεται από νέα κεφάλαια ύψους 240 εκατ. ευρώ για το Ταμείο Δανείων και 540 εκατ. ευρώ για το Ταμείο Εγγυήσεων. Σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των τραπεζών, τα ποσά αυτά αναμένεται να κατευθυνθούν στη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε όλη τη χώρα.
Το Ταμείο Δανείων προβλέπει ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Το 40% κάθε δανείου παρέχεται άτοκα, ενώ στο υπόλοιπο ποσό εφαρμόζεται επιδότηση επιτοκίου έως 3% για τα δύο πρώτα χρόνια, οδηγώντας σε συνολική μείωση του επιτοκίου έως και 70% κατά την αρχική περίοδο χρηματοδότησης. Τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης κυμαίνονται από 10.000 έως 500.000 ευρώ και τα επενδυτικά από 20.000 έως 8 εκατ. ευρώ. Η διάρκεια των επενδυτικών δανείων διαμορφώνεται από 5 έως 12 έτη, με περίοδο χάριτος έως 24 μήνες, ενώ για τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης η διάρκεια κυμαίνεται από 2 έως 5 έτη, με περίοδο χάριτος έως 12 μήνες. Οι απαιτούμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 100% του κεφαλαίου του δανείου.
Παράλληλα, το Ταμείο Εγγυοδοσίας παρέχει εγγυημένα δάνεια επενδυτικού σκοπού, ειδικού κεφαλαίου κίνησης και ανακυκλούμενης πίστωσης. Η ΕΑΤ επιδοτεί το επιτόκιο κατά 2% για επιχειρήσεις στην Αττική και στο Νότιο Αιγαίο και κατά 3% για επιχειρήσεις στις υπόλοιπες περιφέρειες για τα δύο πρώτα χρόνια της χρηματοδότησης, μειώνοντας σημαντικά το κόστος δανεισμού. Επιπλέον, οι τράπεζες που συμμετέχουν υποχρεούνται να προσφέρουν επιτόκια χαμηλότερα από τον μέσο όρο της αγοράς, ενώ οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 30% του κεφαλαίου κάθε δανείου.
Το Ταμείο Εγγυοδοσίας λειτουργεί μέσω δύο υποταμείων: το υποταμείο «Γενική Επιχειρηματικότητα», που απευθύνεται στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και το υποταμείο «Επιχειρηματικότητα Νεοσύστατων Επιχειρήσεων», το οποίο αφορά πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις έως πέντε ετών. Στην πρώτη περίπτωση, τα επενδυτικά δάνεια μπορούν να φτάσουν έως 10 εκατ. ευρώ και τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης έως 500.000 ευρώ. Για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις, τα ανώτατα ποσά διαμορφώνονται σε 1,5 εκατ. ευρώ για επενδυτικά δάνεια και 200.000 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης.
Η εγγύηση της ΕΑΤ καλύπτει από 70% έως 80% του δανείου, μειώνοντας τον πιστωτικό κίνδυνο για τα πιστωτικά ιδρύματα και διευκολύνοντας την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση. Τα δάνεια παρέχονται χωρίς προμήθεια εγγύησης, ενισχύοντας περαιτέρω την ελκυστικότητα του προγράμματος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η επανεκκίνηση του ΤΕΠΙΧ III αναμένεται να λειτουργήσει ως σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της ρευστότητας και στήριξης επενδυτικών σχεδίων, σε μια περίοδο όπου η πρόσβαση σε ευνοϊκή χρηματοδότηση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.



